αρείφατος

αρείφατος
ἀρείφατος κ. ιων. ἀρηΐφατος, -ον (Α)
1. αυτός που φονεύθηκε από τον Άρη, που σκοτώθηκε στον πόλεμο
2. πολεμικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άρειος + -φατος < *φατός < θείνω].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • Ἀρείφατος — slain by Ares masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρείφατος — slain by Ares masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρείφατον — Ἀρείφατος slain by Ares masc/fem acc sg Ἀρείφατος slain by Ares neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρείφατον — ἀρείφατος slain by Ares masc/fem acc sg ἀρείφατος slain by Ares neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρειφάτων — Ἀρείφατος slain by Ares masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρειφάτων — ἀρείφατος slain by Ares masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρείφατοι — Ἀρείφατος slain by Ares masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρείφατοι — ἀρείφατος slain by Ares masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρειθύσανος — ἀρειθύσανος, ο (Α) ο θύσανος του Αρη (λέξη που αναφέρεται σε γενναίο και δοκιμασμένο πολεμιστή). [ΕΤΥΜΟΛ. < άρειος + θύσανος (πρβλ. αρείφατος)] …   Dictionary of Greek

  • ἀρηιφάτοισιν — ἀρηϊφάτοισιν , ἀρείφατος slain by Ares masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”